Το κείμενο αυτό κατατέθηκε στον τέως διοικητή του ΙΚΑ  Μιλτιάδη Νεκτάριο κατά την συνάντηση του με τον  πρόεδρο  Χρήστο Χατζηγιαννάκη και τον αντιπρόεδρο  Σταύρο Οικονομίδη , του συλλόγου μας, που έγινε με πρωτοβουλία του κου διοικητού την 22/9/2003. Επίσης δόθηκε και στιν σημερινό υποδιοικητή του ΙΚΑ Δημήτριο Κυρζόπουλο .Το κείμενο απηχεί τις θέσεις του συλλόγου μας για τον ρόλο του οικογενειακού γιατρού.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥ

Σήμερα , διεθνώς, ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού θεωρείται καθοριστικός για την επιτυχία ενός συστήματος υγείας. Ο θεσμός αυτός λειτουργεί ήδη σε πολλές χώρες. Έχει γίνει κατανοητό ότι όσον βελτιώνεται η πρωτοβάθμια περίθαλψη , το αντικείμενο δηλαδή του οικογενειακού γιατρού, τόσο αποδοτικότερα λειτουργεί όλο το σύστημα υγείας.

Στην χώρα μας ο θεσμός λειτουργεί με αρκετή επιτυχία στο ΙΚΑ από εικοσαετίας και πλέον.

Ο οικογενειακός γιατρός υποδέχεται τον αδιάγνωστο , ακόμη, ασθενή, θέτει διάγνωση, αν είναι δυνατόν βέβαια, χρησιμοποιώντας ότι παρακλινικά βοηθήματα χρειασθεί. Ακολούθως αντιμετωπίζει τον ασθενή ο ίδιος ή τον παραπέμπει στις επί μέρους ειδικότητες ή στο Νοσοκομείο. Έτσι στο Νοσοκομείο ή στον ειδικό φθάνουν διαγνωσμένα ή ,σε μεγάλο βαθμό, διερευνηθέντα περιστατικά και απομένει είτε η εξειδικευμένη θεραπεία τους είτε σπανιότερα η περαιτέρω διερεύνηση τους. Ανάλογη είναι και συμβολή του στα επείγοντα περιστατικά.

Εκ των πραγμάτων και με τα χρόνια είναι σε θέσει να γνωρίζει το ιατρικό ιστορικό των ασφαλισμένων που τον εμπιστεύθηκαν, ώστε η δουλειά του να είναι αποδοτικότερη.

Ας φανταστούμε την συνηθισμένη περίπτωση του ασθενούς που προσφεύγει απ αρχής π.χ. στον καρδιολόγο, για να υποστεί τον ειδικό καρδιολογικό έλεγχο με εξετάσεις υψηλού κόστους και στο τέλος να πληροφορείται ότι το πρόβλημά του δεν είναι καρδιολογικό και να πάει αλλού να βρει τι έχει έχοντας χάσει χρόνο και χρήμα.

Είναι λοιπόν φανερό ότι ο οικογενειακός γιατρός είναι ο συντονιστής του ΕΣΥ και ο ρόλος του καθοριστικός.

Για να επιτελέσει το έργο του ο οικογενειακός γιατρός δεν πρέπει να αποκλείεται από την διερεύνηση και θεραπεία καμιάς νόσου. Αντίθετα είναι απαραίτητη η διαρκής επιμόρφωσή του. Αυτό μπορεί να γίνεται με την συμμετοχή του σε ιατρικά συνέδρια όλων των επί μέρους ειδικοτήτων. Το σύστημα πρέπει να παρέχει διευκολύνσεις προς τούτο. Ακόμη είναι αναγκαία η κατά περιόδους ενδονοσοκομιακή άσκηση των οικογενειακών ιατρών σε κλινικές των βασικών τουλάχιστον ειδικοτήτων. Εδώ ο ρόλος του συστήματος είναι να εξασφαλίζει , κατόπιν συνεννοήσεως με τα νοσοκομεία , τις θέσεις ασκήσεως. Ο χρόνος ασκήσεως θα μπορούσε να είναι δύο εβδομάδες κατ έτος.

Ο γιατρός της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, δηλαδή ο οικογενειακός γιατρός, αποτελεί μέρος του ΕΣΥ. Η σχέση του με τα Νοσοκομεία ,κυρίως τα τοπικά, όπως και αυτή με τους γιατρούς των επί μέρους ειδικοτήτων, πρέπει να είναι αμφίδρομος. Ο κάθε ασθενής που χρειάσθηκε να νοσηλευθεί ή να επισκεφθεί τον ειδικό, παρακολουθείται ακολούθως από τον οικογενειακό γιατρό του. Ο γιατρός του πρέπει, κατά συνεπείαν, να ενημερώνεται πλήρως για την κατάσταση του ασθενούς ,από το Νοσοκομείο ή τον γιατρό της ειδικότητας. Ο οικογενειακός γιατρός είναι ο συντονιστής του ιατρικού φακέλου του ασθενούς κάτι που γίνεται ευκολότερο με την χρήση της πληροφορικής.

Η καλή λειτουργία του θεσμού συμβάλει στην ορθολογιστικότερη και οικονομικότερη λειτουργία του ΕΣΥ. Απαλλάσσει το σύστημα από άσκοπες επισκέψεις στις ειδικότητες και στα Νοσοκομεία, προλαμβάνει άσκοπες εισαγωγές και μειώνει τις ημεραργίες και τις ημέρες νοσηλείας.

Σημειώνουμε ότι στο ΙΚΑ ο οικογενειακός γιατρός δέχεται τους ασφαλισμένους στο ιατρείο του ώστε να αποκεντρώνεται η περίθαλψη.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει εύκολη πρόσβαση στον γιατρό του και δεν νοείται να τον επισκέπτεται μόνον κατόπιν συνεννοήσεως (ραντεβού). Αυτό όμως επιτυγχάνεται μόνον αν ανατεθούν έως 1500 ασφαλισμένοι ανά γιατρό. Αυτό έχει αποδείξει η εμπειρία. Με αυτόν τον αριθμό πραγματοποιούνται περίπου 25 επισκέψεις ημερησίως χωρίς ουρές με τον γιατρό διαθέσιμο στον κάθε ασθενή. Η σημερινή κατάσταση με , τουλάχιστον, 2500 ασφαλισμένους ανά γιατρό δεν εξυπηρετεί ούτε τον ασφαλισμένο ούτε τον γιατρό αλλά ούτε και την καλή λειτουργία του συστήματος. Τώρα υπάρχει απαίτηση για 40-50 επισκέψεις ημερησίως που βεβαίως δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν όλες.

Σήμερα στην χώρα μας τον ρόλο του οικογενειακού γιατρού τον έχουν αναλάβει οι παθολόγοι και σιγά-σιγά οι γιατροί ειδικότητας Γενικής Ιατρικής.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι για την επέκταση σε όλο το ΕΣΥ, του κρίσιμου και υπευθύνου αυτού θεσμού, απαιτείται εκ μέρους την πολιτείας ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία.

Ο γιατρός έχει έξη χρόνια βασικών σπουδών και πέντε με έξη χρόνια ειδικότητας διότι η κοινωνία απαιτεί από αυτόν υψηλού επιπέδου γνώση της επιστήμης του. Κανείς άλλος επιστήμων δεν έχει τόση μακροχρόνια εξειδίκευση. Με άλλα λόγια το ιατρικό προσωπικό είναι άκρως εξειδικευμένο.

Υπάρχει κοινωνική απαίτηση για επιστημονική ετοιμότητα και κατοχή πρόσφατης ιατρικής γνώσης. Αυτό προϋποθέτει αγορά βιβλίων και δαπάνη συνδρομής σε ιατρικά περιοδικά καθώς και συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές ανακοινώσεις δηλαδή πρόσθετες δαπάνες. Η συνεχής εκπαίδευση του ιατρού απαιτεί χρόνο για μελέτη, πέραν βεβαίως του χρόνου εργασίας του. (ακούμε για 7,30 ώρες άσκηση ιατρείου).

Ακόμα ο γιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του όποτε του ζητηθούν ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου. Το αίτημα για παροχή υπηρεσιών υγείας, όταν είναι επείγον, δεν αναβάλλεται.

Η ιατρικές αμοιβές, συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται με αυτές τις προϋποθέσεις. Αν αυτό δεν γίνει διότι κάποιος θα σκεφθεί ότι θα βρεθούν γιατροί να στελεχώσουν το σύστημα έστω και με χαμηλές οικονομικές απολαβές τότε, το σύστημα θα παραμένει πολυδάπανο, μίζερο και αναποτελεσματικό.

Δηλαδή η επιτυχία του θεσμού δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη αν δεν υπάρξουν αμοιβές των γιατρών, ανάλογες της ευθύνης των σπουδών και τού ρόλου που καλούνται να υπηρετήσουν.

Επιστροφή στην αρχή